Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Απάντηση της Δνσης Ειδικής Αγωγής στην επιστολή της Π.Ο.Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α, σχετικά με τη Γνωμοδότηση 458/2011 του Ν.Σ.Κ, για τους Ψυχολόγους ΠΕ 23



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
  Μαρούσι,     12  /5/2012
  Αριθ. Πρωτ.:    65669 /Γ6

    Βαθμός Προτεραιότητας
                 
ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ Π.Ε. & Δ.Ε. ΕΚΠ/ΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
Ταχ. Δ/νση
:
Α. Παπανδρέου 37
   ΠΡΟΣ:
       Δ.Σ της ΠΟΣΕΕΠΕΑ
        Βεραντζέρου 14, 5ος, ΤΚ 10432, Αθήνα
           poseepea@yahoo.gr
Τ.Κ. – Πόλη
:
151  80 -  Μαρούσι
Πληροφορίες
:
Π. Χηνάς
email:
Τηλέφωνο
:
psy@minedu.gov..gr
210 3442198
Fax
:
2103442197

                                                                                    
Θέμα: «Σχετικά με τη Γνωμοδότηση 458/2011 του Ν.Σ.Κ, για τους Ψυχολόγους  Π.Ε 23»
Σχετικά με την επιστολή σας με Αρ. Πρωτ. 116 21/5/2012, έχουμε να σας αναφέρουμε τα εξής:
1.    Η γνωμοδότηση του ΝΣΚ ζητήθηκε επειδή στην εφαρμογή των διατάξεων για την πρόσληψη αναπληρωτών Ψυχολόγων παρατηρήθηκαν «αποκλίσεις από Περιφέρεια σε Περιφέρεια», όπως κατήγγειλαν οι «αναπληρωτές ψυχολόγοι των προηγούμενων ετών» με «Υπόμνημα- Διαμαρτυρία» (http://www.seepeaa.gr/displayITM1.asp?ITMID=937, 27/07/11), και επειδή ΠΥΣΕΕΠ και Περιφερειακοί Διευθυντές ζήτησαν οδηγίες  για τον τρόπο επιλογής των Ψυχολόγων ΠΕ32 σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
                 Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ( Ν.Σ.Κ.) αποτελεί ανώτατη Αρχή του Κράτους (άρθρο 100Α του Συντάγματος και ν.3086/2002 (ΦΕΚ Α’ 324)) η οποία έχει στην αποκλειστική αρμοδιότητά της την καθοδήγηση της διοίκησης σε νομικά ζητήματα και της οποίας οι γνωμοδοτήσεις είναι υποχρεωτικές για τη Διοίκηση και τα στελέχη Δημοσίους Υπαλλήλους.
Οι γνωμοδοτήσεις, όπως αναφέρεται και στην 458/2011, είναι νομική «ερμηνεία διατάξεων νόμου» και εξετάζουν αν οι ενέργειες και οι αποφάσεις της διοίκησης είναι «κατ’ εξουσιοδότηση νόμου» και έχουν «νομικό έρεισμα».  
Η  γνωμοδότηση για τους ψυχολόγους αφορά το εφαρμοστέο νομικό θεσμικό πλαίσιο και δεν κρίνει συγκεκριμένους υποψηφίους ώστε να λάβει υπόψη, όπως προτείνετε, «παραμέτρους, όπως το περιεχόμενο σπουδών… ή την ήδη αποκτηθείσα εμπειρία-προϋπηρεσία» τους. Επίσης, δεν κάνει, όπως υποστηρίζετε, «εξομοίωση μεταπτυχιακών επιστημόνων με ανειδίκευτους πτυχιούχους». 

Οι όροι «ειδίκευση» και «ανειδίκευτος»  (στη Σχολική Ψυχολογία) αναφέρονται μόνο σε σχέση με τα νομοθετημένα κριτήρια για τα προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση του έργου του Ψυχολόγου στην οργανική θέση ΠΕ 23 στο πλαίσιο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΕΑΕ) και δεν αφορούν  γενικά τα  προσόντα των υποψηφίων με βάση άλλα κριτήρια και πλαίσια αναφοράς ή χώρους εργασίας.  
Όπως ομόφωνα επισημαίνει το ΝΣΚ, με βάση τους νόμους Ν. 1566/1985, 2817/2000, 3699/2008 οι οποίοι προσδιορίζουν το πλαίσιο και τους σκοπούς του έργου στην οργανική θέση ΠΕ 23 Ψυχολόγων και με βάση το νομικό πλαίσιο για την άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου στην Ελλάδα (ν. 991/1979), «ο νομοθέτης προκειμένης πληρώσεως των θέσεων ψυχολόγων που προσλαμβάνονται στην Ειδική Αγωγή έδωσε ανέκαθεν έμφαση στην ειδική εκπαίδευση των ψυχολόγων που θα προσληφθούν ως εκπαιδευτικό προσωπικό» (458/2011, σελ 12).
Επί πλέον, σύμφωνα με τη γνώμη του Τμήματος Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, που διατυπώθηκε με το Πρακτικό του Αρ.1/27-1-2005,   ο Ψυχολόγος ΠΕ 23 ασκεί «καθήκοντα Σχολικού Ψυχολόγου» και όπως επαναβεβαιώθηκε και διευκρινίσθηκε με τον ν. 3966/2011 (άρθρο 56 ΦΕΚ  118) «συμμετέχει στην εκπαίδευση» σύμφωνα με την «επαγγελματική ειδίκευση» του.

2.         Ο όρος «Σχολική Ψυχολογία» , όπως χρησιμοποιείται στην εκπαιδευτική νομοθεσία και στον νόμο περί των Ψυχολόγων, α) δεν αναφέρεται σε απλό «γνωστικό αντικείμενο» ή ερευνητική  επιστημονική- γνωστική ειδικότητα της ψυχολογίας αλλά σε «επαγγελματική ειδίκευση» που αποκτάται με «ειδικό πρόγραμμα σπουδών» και  προσδιορίζει τον «τομέα άσκησης» του επαγγέλματος του Ψυχολόγου στην εκπαίδευση β) δεν είναι απλά ένα μοριοδοτούμενο κριτήριο για τη σύγκριση  των υποψηφίων αλλά χρησιμοποιείται  ως όρος ο οποίος ρητά προσδιορίζει τα ειδικά τυπικά προσόντα τα οποία απαιτούνται για το διορισμό και την άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου.
Επισημαίνεται ότι στην εκπαίδευση, για την σύγκριση υποψηφίων για πρόσληψη ή διορισμό,  τα προσόντα διακρίνονται σε «ειδικά τυπικά προσόντα διορισμού» που ορίζει ο νόμος (ν.1566/1985 άρθρο 35), τα οποία για τον ψυχολόγο  περιλαμβάνουν μόνο την «ειδίκευση στη Σχολική Ψυχολογία», και σε «μοριοδοτούμενα» κριτήρια όπως αντίστοιχα προσδιορίζονται  για την επιλογή των υποψηφίων «αναπληρωτών Ψυχολόγων».
Σήμερα στην Ελλάδα, με βάση την εκπαιδευτική νομοθεσία, η ειδίκευση στην σχολική ψυχολογία τεκμηριώνεται με μεταπτυχιακό στην Σχολική Ψυχολογία ή άλλο αντίστοιχο τίτλο σπουδών.   
Οι σπουδές Ψυχολογίας και εκπαίδευσης Ψυχολόγων, καθώς  και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών είναι ευθύνη των ΑΕΙ και τα μεταπτυχιακά τους, σύμφωνα με τον ν. 4009/2011 για τη Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών, «διέπονται από επιστημονική συνοχή, αναφέρονται σε ειδικότητες συγγενείς προς τα επιστημονικά πεδία των προπτυχιακών σπουδών»( άρθρο 38).
 Τα προγράμματα σπουδών «ειδίκευσης στη Σχολική Ψυχολογία», σύμφωνα με τις αποφάσεις έγκρισης λειτουργίας τους,  δεν παρέχουν απλά «εξειδικευμένη εκπαίδευση σε  επιστημονικές ειδικεύσεις» ούτε έχουν σκοπό την «εμβάθυνση και διεύρυνση των γνώσεων» σε ένα γνωστικό αντικείμενο που ονομάζεται «σχολική ψυχολογία». Σκοπός τους είναι η εκπαίδευση «Σχολικών Ψυχολόγων, οι οποίοι συνδυάζουν υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκές και ερευνητικές ικανότητες με αξιόλογη πρακτική εμπειρία στην άσκηση του επαγγέλματος»  (πχ ΦΕΚ 753/2004) .
Ο τίτλος του μεταπτυχιακού στην Σχολική Ψυχολογία πιστοποιεί επαγγελματικά προσόντα Ψυχολόγου που χρειάζονται ειδικά σε σχολικό πλαίσιο και έχουν σχέση με το είδος των καθηκόντων  που αναλαμβάνει και τον χαρακτήρα του έργου που πρωταρχικά θα πρέπει να προσφέρει ο Ψυχολόγος ως μέλος του προσωπικού εκπαίδευσης.
Ο Ψυχολόγος που εργάζεται στην Εκπαίδευση αναγνωρίζεται διεθνώς, σε όλες τις νομοθεσίες εκπαίδευσης,  ότι χρειάζεται «ειδικά προσόντα» που εξαρτώνται από την φύση του  έργου και του πλαισίου της εκπαίδευσης.
Με βάση τις επαγγελματικές προδιαγραφές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2005/36/EC για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, «το επάγγελμα του ψυχολόγου είναι ένα διαφοροποιημένο επάγγελμα ανάλογα με τον τομέα άσκησης του»  (πχ στη Υγεία ή στην Εκπαίδευση) και οι Ψυχολόγοι αξιοκρατικά δεν μπορούν να έχουν τα προσόντα που απαιτούνται αν δεν έχουν την ανάλογη ειδική εκπαίδευση (http://www.europsy-efpa.eu/areasofpractice). 

3.     Η Εκπαίδευση, της οποίας η Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση (ΕΑΕ) αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εκπαιδευτικού συστήματος, έχει αντικείμενο και σκοπό την παροχή «υπηρεσιών εκπαίδευσης» και την υποστήριξη σε «εκπαιδευτικές ανάγκες» (άρθρο 1 του 1566/1985 και άρθρο 1 του 3699/2008).
Η ΕΑΕ δεν αποτελεί, όπως στο παρελθόν, μέρος των υπηρεσιών υγείας και σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νόμου 3699/2008, διέπεται από τον «σύγχρονο οικολογικό ορισμό της αναπηρίας» και «μετακινείται από την ιατρική προσέγγιση» των αναγκών των ατόμων με αναπηρία στην εκπαιδευτική.
Επομένως, η άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου ΠΕ 23, εφόσον όπως αναφέρθηκε πιο πάνω «συμμετέχει στην εκπαίδευση» και ασκεί «καθήκοντα σχολικού ψυχολόγου», πρωταρχικά δεν ορίζεται σύμφωνα με πρότυπα του Ψυχολόγου στην υγεία, από την «κλινική ψυχοπαθολογία» ή τις «ανάγκες υγείας» αλλά τις  ανάγκες εκπαίδευσης  και έχει βασικό σκοπό την υποστήριξη στο εκπαιδευτικό  έργο .
Το ζητούμενο στο έργου του Ψυχολόγου στην ΕΑΕ  δεν είναι να αντιμετωπίζει, όπως αναφέρετε, «σοβαρές διαταραχές» ή σοβαρά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας/αναπηρίας», που είναι αρμοδιότητα ειδικών υπηρεσιών άλλου Υπουργείου.
Αυτή η προσέγγιση έγινε ακόμη πιο δεσμευτική με την κύρωση από την Ελληνική Βουλή (2012) της Διεθνούς  Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των ΑμεΑ και το Προαιρετικό Πρωτόκολλό της. Αυτή αναγνωρίζει ότι οι ανάγκες εκπαίδευσης είναι διακριτό αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα εξ ίσου με τις ανάγκες υγείας και ψυχικής υγείας και δεσμεύει τα Κράτη να διασφαλίζουν ότι στην  εκπαίδευση η προσέγγιση της αναπηρίας  δεν εστιάζεται στην πάθηση που την προκαλεί αλλά στις εκπαιδευτικές ανάγκες και τα άτομα με αναπηρία «λαμβάνουν την υποστήριξη που απαιτείται εντός του γενικού εκπαιδευτικού συστήματος».  
4.     Με την γνωμοδότηση δεν «πλήττεται όλη η Ειδική Αγωγή  και Γενική Εκπαίδευση» ούτε «αποκλείονται δια παντός οι κλινικοί ψυχολόγοι» ή οι  «ψυχολόγοι αναπληρωτές» με άλλα προσόντα ούτε υπάρχει «ανθρώπινο κεφάλαιο που στέλνεται στα «αζήτητα»», όπως υποστηρίζετε με την επιστολή σας.
Τουναντίον, ρητά αναφέρεται ότι όλοι οι Ψυχολόγοι οποιασδήποτε γνωστικής κατεύθυνσης σπουδών Ψυχολογίας ή μεταπτυχιακής ειδίκευσης μπορούν να προσληφθούν ή να διοριστούν σε θέση Ψυχολόγων ΠΕ 23 και να αναλάβουν καθήκοντα Σχολικού Ψυχολόγου. Όμως, «κατά το διορισμό προηγούνται οι ειδικευμένοι» δηλ οι έχοντες τα ειδικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της Εκπαίδευσης.
Όλοι οι διοριζόμενοι αναλαμβάνουν έργο στα πλαίσια της εκπαιδευτικής  πολιτικής και έχουν τη δυνατότητα ως Ψυχολόγοι να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο των γνώσεων τους για να ασκήσουν καθήκοντα Σχολικής Ψυχολογίας και που απαιτούνται από την φύση των προβλημάτων εκπαίδευσης.
Συγχρόνως, όλοι, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες γνώσεις και τις προηγούμενες σπουδές ή τα επιστημονικά ενδιαφέροντα, έχουν την υποχρέωση να εκτελούν τα καθήκοντα του κλάδου τους και της ειδικότητας στον κλάδο και την οργανική θέση τους (άρθρο 30, ν. 3528 (ΦΕΚ 26/2007 κώδικας ΔΥ) και να προσφέρουν τις εργασίες για τις οποίες έχουν προσληφθεί στην εκπαίδευση και όχι να περιορίζονται σε εργασίες συναφείς με προηγούμενες σπουδές τους ή και ενδιαφέροντά τους σε  άλλους χώρους.

5.              Συμφωνούμε μαζί σας στην εφαρμογή των νόμων να λαμβάνεται υπόψη τόσο η «πρόθεση του νομοθέτη» όσο και «το όφελος των μαθητών» και να ισχύουν για την πρόσληψη «αναπληρωτών ψυχολόγων» η ίδια διαδικασία, τα κριτήρια και μέτρα που ισχύουν «για την τοποθέτηση εκπαιδευτικών σε θέσεις Ειδικής Αγωγής» και για την πρόσληψη αναπληρωτών εκπαιδευτικών με ειδίκευση στην ΕΑΕ.
Οι ενιαίοι και ομοιόμορφοι κανόνες που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων είναι βασική αρχή της διοίκησης, προϋπόθεση  ισότητας και αξιοκρατίας και διασφαλίζουν μέγιστη δυνατή απόδοση κατά την εργασία. 
Πράγματι, όπως αναφέρετε,  ο ν. 1566/1985 και ο ν. 3699/2008 αναγνωρίζουν την «προϋπηρεσία στην Ειδική Αγωγή   ως προσόν για την τοποθέτηση εκπαιδευτικών σε θέσεις Ειδικής Αγωγής». 
Όμως «η αξιοποίηση της εμπειρίας» δεν γίνεται με τον τρόπο που υποστηρίζετε,  σε βάρος της ειδίκευσης στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, η οποία απαιτείται στους κλάδους των εκπαιδευτικών.
Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, όπως και στην περίπτωση των Ψυχολόγων, ο νομοθέτης  έδωσε «ανέκαθεν έμφαση στην ειδική εκπαίδευση» και μάλιστα με την πάροδο του χρόνου δίνει προτεραιότητα όλο και περισσότερο στις ειδικές σπουδές.
α) Η παραπομπή που κάνετε στον 1566/85 είναι επιλεκτική σε βαθμό που παραπλανά.  Η πλήρης διατύπωση του άρθρου 35, παρ. 12  είναι «Κατά την τοποθέτηση του εκπαιδευτικού προσωπικού στις μονάδες ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης προτιμώνται όσοι έχουν σπουδές στην ειδική αγωγή σε σχολή της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή διδακτική εμπειρία στις μονάδες αυτές».
Σημειώνουμε ότι το 1985 αναφερόταν στους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας επειδή δεν υπήρχε Ειδική Αγωγή Βθμιας, σε εποχή κατά την οποία μόλις άρχιζε η οργάνωση της ειδίκευσης στον κλάδο των εκπαιδευτικών ΕΑΕ και δεν υπήρχαν ακόμη μεταπτυχιακές σπουδές Ειδικής Αγωγής οι οποίες σήμερα πιστοποιούν επαγγελματική ειδίκευση για τους εκπαιδευτικούς κλάδους.
Το 2000 προσδιορίστηκε ότι αξιοποιούνται «εκπαιδευτικοί που έχουν πενταετή εκπαιδευτική εμπειρία σε Σ.Μ.Ε.Α.»  « σε περίπτωση έλλειψης» εκπαιδευτικών που έχουν τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών στην ειδική αγωγή,… (ν. 2817/2000 άρθρο 4 .1).

 β) Επίσης η αναφορά σας στον ν. 3699/2008 δεν είναι πλήρης ούτε ακριβής.
Τα άρθρα 20 και 21 του ν. 3699  αναφέρονται στα «ειδικά τυπικά προσόντα» των   κλάδων εκπαιδευτικών ΕΑΕ. Με βάση αυτά προτάσσονται οι ειδικές σπουδές και μάλιστα κατά σειρά διδακτορικό, μεταπτυχιακό κλπ στην ειδίκευση του κλάδου τους. Η προϋπηρεσία λαμβάνετε υπόψη αλλά μόνο στην σύγκριση μεταξύ τους. Ο πτυχιούχος με μόνο προϋπηρεσία στην ΕΑΕ δεν πριμοδοτείται σε βάρος του μεταπτυχιακού, όπως προτείνετε να συμβαίνει στην περίπτωση Ψυχολόγων με μεταπτυχιακό Σχολικής Ψυχολογίας.    
Επίσης, η παραπομπή σας στο άρθρο 20, παρ. 1.4 του ν.3699/2008 δεν διευκρινίζει  ότι αυτό αναφέρεται στους κλάδους ΠΕ (Καθηγητών Δευτεροβάθμιας ΕΑΕ) όπου και σε αυτούς η «προϋπηρεσία στην ΕΑΕ» λαμβάνεται υπόψη ως πέμπτο κατά σειρά κριτήριο και του οποίου προτάσσονται όλοι όσοι κατά σειρά έχουν Διδακτορικό δίπλωμα στην ΕΑΕ, Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην ΕΑΕ, κλπ. Οι έχοντες προϋπηρεσία στην ΕΑΕ ποτέ δεν υπερτερούν όσων έχουν τα «ειδικά τυπικά προσόντα» που είναι οι ειδικές σπουδές μετά το πτυχίο.

 Τελικά, η αναφορά σας στην νομοθεσία παραγνωρίζει  κρίσιμα στοιχεία και γίνεται με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η γνωμοδότηση του ΝΣΚ είναι, όπως λέτε, «λανθασμένη» και για να υποστηρίξετε ότι θα πρέπει να προταχθεί η «εργασιακή εμπειρία» σε βάρος των ειδικών σπουδών και να υποβαθμιστεί η σημασία της Σχολικής Ψυχολογίας δηλ της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης του Ψυχολόγου στα ειδικά προσόντα στο πλαίσιο του σχολείου. Επίσης, προτείνετε στην επιλογή των Ψυχολόγων η «μοριοδότηση να παραμείνει ως έχει» δηλ η επαγγελματική ειδίκευση στην Σχ. Ψυχολογία να χρησιμοποιείται μόνο στην σπάνια περίπτωση ισοβαθμίας σε αριθμό μορίων με κατόχους Τίτλων άλλης ειδίκευσης Ψυχολογίας και σε κάθε άλλη περίπτωση να υπερτερούν η «εργασιακή εμπειρία» και οι σπουδές πχ στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ανεξάρτητα αν αυτές δεν είχαν σχέση με την ψυχολογία και ανεξάρτητα αν αποκλειστικά στηρίζονταν σε ενδιαφέροντα άσχετα με την εκπαίδευση και τα παιδιά.

Η γνωμοδότηση του ΝΣΚ αποσαφηνίζει τον τρόπο νόμιμης εφαρμογής των διατάξεων για την επιλογή Ψυχολόγων και εξασφαλίζει ενιαία κριτήρια στην πρόσληψη Ψυχολόγων από τα Περιφερειακά Συμβούλια που σήμερα έχουν την αρμοδιότητα.
Επίσης, πιο γενικά, με την εστίαση στις ειδικές ακαδημαϊκές σπουδές αντίστοιχες με τα ειδικά καθήκοντα στην εκπαίδευση, όπως συμβαίνει για όλους τους  εκπαιδευτικούς, δημιουργεί προϋποθέσεις αναβάθμισης των υπηρεσιών της ΕΑΕ και της υποστήριξης των παιδιών στην εκπαίδευσή τους,

                                                  Ο Διευθυντής Ειδικής Αγωγής    
                                                                 
                                                                                  Γεώργιος Αλεβίζος

Εσωτερική Διανομή:
1.     Γραφείο Υπουργού(σχετικό το με αρ. πρωτ. 4203/23-5-12 έγγραφο της ΠΟΣΕΕΠΕΑ)
2.      Διεύθυνση Ειδικής Αγωγής

1 σχόλιο:

  1. Υπάρχουν σωστά σημεία και πολλά λάθος στο παραπάνω σκεπτικό. Αποτελεί πάντως γνωστή μεθόδευση εκ μέρους παράγοντος (ψυχολόγου) του Υπουργείου η εδραίωση de facto ειδικότητας "Σχολικής Ψυχολογίας". Δυστυχώς αυτό αδικεί πολλούς και δεν έγινε εν πάση περιπτώσει με τη σύμφωνη γνώμη των επαγγελματικών συλλόγων ψυχολόγων, που αποτελεί και το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου ατόπημα του Υπουργείου.
    Αργύρης Μπίρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή