Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Τα διλήμματα και οι μονόδρομοι. (Του Θανάση Μιχελή)


 
Τα διλήμματα και οι μονόδρομοι

Στη σύγχρονη ιστορία του Ελληνικού κράτους δεν είναι λίγες οι φορές που τέθηκαν αμείλικτα διλήμματα εν όψει σημαντικών αποφάσεων. Διλήμματα αντικειμενικά που έθετε η ίδια η πραγματικότητα των ιστορικών γεγονότων. Περισσότερες όμως ήταν οι φορές που τα διλήμματα έθεταν οι πολιτικές δυνάμεις εξουσίας προκειμένου να εκμαιεύσουν από το λαό τις επιθυμητές γι΄ αυτές αποφάσεις.
Οι συζητήσεις, κυρίως οι αιτιολογήσεις, των διλημμάτων που τίθενται είναι πολλές και ποικιλόμορφες. Τις περισσότερες φορές αναφέρονται στην επιλογή που προβάλλεται ως μονόδρομος και βέβαια είναι η επιδιωκόμενη από την κοινωνική και πολιτική ελίτ. Οι αιτιολογήσεις αυτές, μιας και απευθύνονται στο σύνολο του λαού, τις περισσότερες φορές είναι πολύ απλοϊκές, θα τις χαρακτήριζα έως πρωτόγονης λογικής. Θυμίζουν απόψεις θρησκευτικών δογμάτων. Ακούσαμε για παράδειγμα: «Η μοναδική απόφαση για να σωθούμε είναι η ψήφιση του μνημονίου (Μάιος 2010)». Βέβαια δεν “σωθήκαμε” και ακολούθησε το 2ο μνημόνιο (2011), με την ίδια αιτιολόγηση. Ακούσαμε επίσης: «Η απόφαση αυτή είναι μονόδρομος, οποιαδήποτε άλλη οδηγεί στην καταστροφή». Δηλαδή κατά τη σημερινή τρέχουσα γλώσσα, μαύρο-άσπρο.
Όλα αυτά λέγονται σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποίησης και κυρίως της πολυπλοκότητας των κοινωνιών και της οικονομίας. Εποχή της θεωρίας του χάους, μιας θεωρίας που επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτή την πολυπλοκότητα, μιας θεωρίας των θετικών επιστημών που βρήκε εφαρμογή ακόμη και στην οικονομία.
Άραγε τα αγνοεί αυτά η ελίτ της εξουσίας; Θα υποστηρίξω πως όχι, κάθε άλλο μάλιστα. Πρόσφατα γράφηκε – αποκαλύφθηκε - ότι, το σύγχρονο παγκόσμιο χρηματιστηριακό κεφάλαιο επιδιώκει κατά καιρούς τη δημιουργία του χάους στην αγορά. Με αυτή την κατάσταση οι οργανισμοί του (ΔΝΤ, Τράπεζες) και τα στελέχη τους, αξιοποιούν την αδυναμία διαχείρισης αυτού του χάους από τις ανίσχυρες κυβερνήσεις και αυξάνουν την κερδοφορία τους. Αυτό συμβαίνει σήμερα στο δυτικό αναπτυγμένο κόσμο. Οι κυβερνήσεις πολλών χωρών χρωστάνε στις αγορές. Οι αδύναμες από αυτές ακολουθούν προγράμματα λιτότητας και οι εργαζόμενοι εξαθλιώνονται. Η πραγματική οικονομία εμφανίζεται σε κρίση, αλλά το χρηματιστηριακό κεφάλαιο (διάβαζε αγορές) αυξάνει τα κέρδη του !
Τι συμβαίνει λοιπόν και σε μια τέτοια εποχή πολυπλοκότητας, στη χώρα μας τίθενται μονοδιάστατα διλήμματα και μονόδρομοι αντί της διερεύνησης πολυδιάστατων επιλογών που θα επιλύσουν με τον πλέον επωφελή τρόπο τα προβλήματα[1];  
Κατά την άποψή μου, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες, η κοινωνική και πολιτική ελίτ της χώρας μας δεν είχε και δεν έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε μια ευέλικτη πολιτική γραμμή ως αποτέλεσμα ενός εθνικού σχεδιασμού κοινωνικά επωφελούς. Σε μια πολιτική με μακροχρόνιο σχεδιασμό και προγραμματισμό καθημερινών ενεργειών. Συμπεριφέρεται όπως τα τελευταία βαγόνια ενός τρένου. Βαδίζει στη γραμμή που ακολουθεί η μηχανή και σύρεται απ΄ αυτήν. Έτσι ούτε βλέπει που οδηγούμαστε, ούτε μπορεί να παρεμβαίνει στη χάραξη της πορείας. Κυρίως δε, διακατέχεται από την αγωνία μήπως και … την αποσυνδέσουν από το συρμό[2]. Αδυνατεί να δει την, επίσημα διαπιστωμένη σήμερα, μετατόπιση της παγκόσμιας οικονομίας προς τις χώρες της ομάδας BRIC[3], κυρίως Ρωσία και Κίνα και να αξιοποιήσει προς όφελος της χώρας αυτό το γεγονός. Ως μεμονωμένη ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να αναφέρουμε τη συμφωνία Ελλάδας - Ρωσίας για το ενεργειακό ζήτημα, με την πρόταση δημιουργίας αγωγού καυσίμων Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολης, συμφωνία που ματαιώθηκε με ευθύνη της νεοεκλεγείσας το 2009 Ελληνικής κυβέρνησης.   
Παραμένοντας λοιπόν στην εξάρτησή της και στις αδυναμίες της, η οικονομική και πολιτική ελίτ τη χώρας, δεν έχει παρά να προβάλλει τις εμμονές της σε μονοδιάστατα διλήμματα προκειμένου να εφαρμοστούν οι πολιτικές, που αλλού αποφασίζονται και ουσιαστικά αποβαίνουν σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων. Πολιτικές που δεν εγγυώνται παρά μόνον τα συμφέροντα των δανειστών και των τραπεζών.
Ως δευτερεύουσα συνέπεια αυτών των πολιτικών, ανακύπτει και η ανάγκη ελέγχου ενδεχομένων κοινωνικών αντιδράσεων, που πιθανά αποβούν ανεξέλεγκτες. Πρωτίστως, ρόλο στον έλεγχο αυτό αναλαμβάνουν οι μηχανισμοί διαμόρφωσης της κοινής γνώμης (τα ΜΜΕ: τηλεόραση, εφημερίδες κλπ), όσοι από αυτούς είναι πρόθυμοι. Σήμερα δε, φαίνεται ότι πολλοί είναι οι πρόθυμοι για το ρόλο αυτό.
Πρώτο βήμα είναι η καθημερινή προπαγάνδα και κατατρομοκράτηση των πολιτών, αυτό ακριβώς που ο διεθνούς κύρους Γάλλος κοινωνιολόγος Pierre Bourdieu ονομάζει συμβολική βία. Αυτή θεωρείται αποτελεσματικότερη και προηγείται συνήθως της φυσικής βίας. Βέβαια στη χώρας μας συχνά βλέπουμε και φαινόμενα φυσικής βίας σε κινητοποιήσεις εργαζομένων και νέων[4].
Σήμερα η τρομοκράτηση των πολιτών γίνεται κυρίως με διλήμματα που οδηγούν αποκλειστικά σε μονόδρομο. Μονόδρομο δυσβάστακτο για την πλειοψηφία των πολιτών, χωρίς τη βεβαιότητα της ελπίδας, απειλητικό σε περίπτωση άλλης επιλογής.
Ας σταθούμε σε σημερινά γεγονότα και διλήμματα:
Μας λένε: «Η χώρα βρίσκεται προ της αβύσσου,…της καταστροφής». Αυτό αποτελεί κοινή διαπίστωση.
Δεν μας λένε: Ποιος ευθύνεται γι΄ αυτό ;  Ποιοι άσκησαν τη διακυβέρνηση της χώρας όλα αυτά τα χρόνια ;  Ποιες επιλογές έκαναν για τη χώρα ;
Μας λένε: «Με αυτές τις αποφάσεις μας θα σωθούμε (πιθανώς)». Και σύντομα  θα μας πουν (μας το είπαν ήδη οι εκπρόσωποι της Ε.Ε, με άκομψο τρόπο): «Ψηφίστε μας για να σας σώσουμε».
Δεν μας λένε: Ποιοι θα μας σώσουν ;  Οι ίδιοι που μας έφεραν έως εδώ ; Ποιος άραγε τους εμπιστεύεται ;
Η πρόσφατη ιστορία μας, ως Ελληνικό έθνος, διαθέτει εμπειρία και απαντήσεις από παρόμοιας βαρύτητας διλήμματα.
Ας δούμε για παράδειγμα το Κυπριακό.
Το 2004 τέθηκε στον Ελληνικό Κυπριακό λαό το δίλημμα της έγκρισης ή όχι του σχεδίου Ανάν (“σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού” από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ Ανάν)[5].
Ας ξαναθυμίσουμε λίγο τα ιστορικά γεγονότα:
Με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου (1959-1960) καθορίστηκε το σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό ορίζει ως πρόεδρο αυτής Ελληνοκύπριο, ενώ ως αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο. Όριζε επίσης ποσοστό 70% Ελληνοκυπρίων βουλευτών και 30% Τουρκοκυπρίων. Δηλαδή 35 και 15 βουλευτές αντίστοιχα[6].
Αντίστοιχα το σχέδιο Ανάν προέβλεπε πρόεδρο εναλλάξ ανά θητεία, Ελληνοκύπριο και Τουρκοκύπριο. Αντιπροέδρους αντίστοιχα. Βουλή με 50% Ελληνοκύπριους και 50% Τουρκοκύπριους βουλευτές. Σε περίπτωση μη συμφωνίας προέδρου, αντιπροέδρου και Βουλής θα αποφασίζει τριμελής επιτροπεία ορισμένη από τον ΟΗΕ με προεδρεύοντα Άγγλο[7]. Δηλαδή όχι μόνο σε βάρος των Ελληνοκυπρίων, αλλά και επιστροφή στην Αγγλική διοίκηση, όπως ακριβώς επί εποχής αποικιοκρατίας.
Και μόνο αυτή η σύγκριση, για όσους γνώριζαν τα παραπάνω, καθιστούσε απαράδεκτο το σχέδιο Ανάν. Οι μεν Ελληνοκύπριοι τα γνώριζαν καλά, γι΄ αυτό και το καταψήφισαν. Οι Ελλαδίτες πολιτικοί που το έκριναν θετικό, τα γνώριζαν και τα αποσιώπησαν, γιατί άραγε;
Το δίλημμα που τέθηκε στους Ελληνοκύπριους κατά το δημοψήφισμα του Απριλίου του 2004, από τους υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν, ήταν: «Είναι η τελευταία σας ευκαιρία, μετά από αυτή η απόλυτη αβεβαιότητα, το χάος. Δεν υπάρχει περίπτωση η Κύπρος να γίνει αποδεκτή ως μέλος της ΕΕ χωρίς την επίλυση του προβλήματος, δηλαδή την αποδοχή του σχεδίου Ανάν, κλπ ».
Το σχέδιο Ανάν στήριξαν, πέραν της Κυπριακής Δεξιάς (κόμμα ΔΗ.ΣΥ), και Έλληνες πολιτικοί [8]. Κάποιοι μάλιστα έσπευσαν στο νησί για το σκοπό αυτό ! Την πλήρη αντίθεσή του εξέφρασε με διάγγελμά του στον Ελληνικό Κυπριακό λαό, ο τότε πρόεδρος της Κύπρου Τάσσος Παπαδόπουλος. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Ο Ελληνικός Κυπριακός λαός με 76% απέρριψε το σχέδιο Ανάν, με το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004. Ο Τουρκοκυπριακός λαός (Τουρκοκύπριοι και Τούρκοι έποικοι) το αποδέχτηκαν. Το σχέδιο απαιτούσε συμφωνία και των δύο κοινοτήτων, κατά συνέπεια δεν εφαρμόστηκε.
Παρ΄ όλα αυτά, μια βδομάδα μετά, την 1η Μαΐου του 2004 η Κύπρος έγινε επίσημα μέλος της ΕΕ, διαψεύδοντας όσους προπαγάνδιζαν ότι η ΕΕ δεν θα δεχθεί τη Κύπρο αν οι Ελληνοκύπριοι απορρίψουν το σχέδιο Ανάν.
Επίσης έγινε και μέλος της ΟΝΕ την 1η Ιανουαρίου του 2008, αφού η οικονομίας της ικανοποιούσε όλες τις προϋποθέσεις[9].
Ας επισημάνουμε και μερικά γεγονότα που πρόσφατα έγιναν γνωστά: Το 2003, εκλέχτηκε ως πρόεδρος της Κύπρου ο Τάσσος Παπαδόπουλος, ο οποίος αφού ενημέρωσε την Ελληνική κυβέρνηση άρχισε επαφές με γειτονικά της Κύπρου κράτη για καθορισμό της ΑΟΖ[10]. Ακολούθησαν οι συνεργασίες του για την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου του νησιού και βέβαια η στάση που περιγράψαμε, σχετικά με το σχέδιο Ανάν. Επί θητείας του έκανε την Κύπρο μέλος της ΕΕ και της ΟΝΕ. Αποδεικνύεται έτσι ότι, ένας πολιτικός που είναι ηγέτης μπορεί να λέει όχι στις ισχυρότερες δυνάμεις του κόσμου, αλλά ταυτόχρονα να διεκδικεί και να κερδίζει το καλύτερο για το λαό του.
Στο προεδρικό αξίωμα, μετά τον Τ. Παπαδόπουλο, εκλέχτηκε και υπηρετεί έως σήμερα o Δημ. Χριστόφιας, ο πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας προερχόμενος από την Αριστερά. Η Κύπρος λοιπόν του αριστερού προέδρου και της αριστερής κυβέρνησης, δεν εκδιώχθηκε ούτε από την ΕΕ, ούτε από την ΟΝΕ[11]. Οι επιλογές αυτές ήταν του λαού της και αυτός θα αποφασίσει. 
Ύστερα από αυτά ας σταθούμε στο υποθετικό ερώτημα: Αν υπερψηφίζονταν το σχέδιο Ανάν, με την εφαρμογή αυτού σήμερα η Κύπρος θα είχε ως πρόεδρο Τουρκοκύπριο (δεν αποκλείεται και Τούρκο έποικο). Μπορούν άραγε να περιγράψουν οι υποστηρικτές του σχεδίου, προς όφελος ποιών θα διαχειρίζονταν την υπόθεση ΑΟΖ-πετρελαίων ένας Τουρκοκύπριος ή Τούρκος πρόεδρος; Μπορούν να περιγράψουν, στην περίπτωση αυτή, το ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή;
Μήπως άραγε η υπόθεση “σχεδίου Ανάν” δεν ήταν τόσο η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος όσο ο έλεγχος των πετρελαίων της Κυπριακής Δημοκρατίας; Μήπως, εμμέσως πλην σαφώς, ο πρόεδρος Τ. Παπαδόπουλος (πραγματικός ηγέτης και πατριώτης) εννοούσε και αυτό, όταν στο διάγγελμά του έλεγε “παρέλαβα αυτόνομο κράτος-δημοκρατία, δεν θα παραδώσω κοινότητα υπό επιτροπεία” .
Πριν την ολοκλήρωση αυτού του άρθρου, θα πρέπει να σημειώσουμε πως η επιλογή για κάθε κρίσιμο ζήτημα ακολουθεί ύστερα από βασανιστικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Είναι χρήσιμο όμως να αποτιμώνται τα αποτελέσματα της κάθε επιλογής και κυρίως να συσχετίζονται με τις προ αυτής υποθέσεις και εικασίες, προκειμένου να εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα. Σήμερα τι έχουν να πουν για τις εξελίξεις (ΑΟΖ, πετρέλαια) στην Κύπρο, οι υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν; Η σιωπή όσων Ελλήνων πολιτικών το προπαγάνδισαν δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως χρυσός αλλά ως ενοχή[12]. Διότι γνώριζαν.
Κλείνοντας το παρόν άρθρο μας οδηγούμαστε στο συμπέρασμα:
Οι πολιτικοί που είναι πραγματικοί ηγέτες ξέρουν να μελετούν καταστάσεις, να σχεδιάζουν πολιτικές και να αποτιμούν τα αποτελέσματά αυτών, ώστε να διορθώνουν την πορεία τους. Αυτοί πάντα βρίσκουν πολυδιάστατες λύσεις και πολλές ευκαιρίες προς όφελος της πατρίδας τους και του λαού τους[13].
Οι πολιτικοί που είναι πραγματικοί ηγέτες ποτέ δεν προβάλλουν μονόδρομους. Μονόδρομους προβάλλουν οι αδύναμοι πολιτικοί, οι πολιτευτές καριέρας ή οι εντολοδόχοι.  





[1]. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράζονται μόνον από την Αριστερά (κόμματα, πολίτες ή διανόηση), αλλά και από άλλους. Για παράδειγμα βλέπε τις απόψεις του Βασ. Μαρκεζίνη, στο βιβλίο του με τίτλο “Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα”, εκδόσεις Λιβάνη 2010.
[2]. Σε πρόσφατο άρθρο μου (Λαμιακός Τύπος, 18-2-2012) είχα αναφέρει την άποψη του καθηγητή κοινωνιολογίας Κων. Τσουκαλά, για το χαρακτήρα της άρχουσας-αστικής τάξης στη χώρας μας, δηλαδή ότι πρόκειται για μια οικονομική ελίτ (κατά συνέπεια και η πολιτική της έκφραση) εξαρτημένη από τον ξένο παράγοντα. Σ΄ αυτό οφείλεται και η αδυναμία ενός εθνικού σχεδιασμού.
[3]. BRIC από τα αρχικά των χωρών Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας: Οι χώρες αυτές, εμφανίζουν τελευταία ραγδαία ανάπτυξη παραγωγής, που αντικειμενικά μειώνει το παγκόσμιο μερίδιο παραγωγής των ΗΠΑ και ΕΕ. Ήδη οι ΗΠΑ έπεσαν κάτω από το 50% της παγκόσμιας παραγωγής που κατείχαν.     
[4]. Στις μέρες μας η βία των οργάνων εξουσίας κατά τις διαδηλώσεις πολιτών, τις περισσότερες φορές, ακολουθεί ύστερα από αναίτιες ή προκατασκευασμένες προκλήσεις των λεγόμενων “γνωστών - αγνώστων” (προβοκάτσιες), ώστε να υπάρχει το άλλοθι.     
[5]. Το δίλημμα δεν αφορούσε τον Τουρκοκυπριακό λαό, διότι ήταν βέβαιο ότι αυτοί συμφωνούσαν με το σχέδιο Ανάν. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το αντίστοιχο δημοψήφισμά τους.
[6]. Ο πληθυσμός της Κύπρου, πριν την εισβολή της Τουρκίας το 1974, αποτελούνταν από 82% Ελληνοκυπρίους και 18% Τουρκοκυπρίους. Μετά την εισβολή, χιλιάδες Τούρκοι έποικοι μεταφέρθηκαν στο βόρειο τμήμα του νησιού. Και πάλι σήμερα οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία.
[7]. Εξαιρετικά κατατοπιστικό επ΄ αυτού είναι το βιβλίο του Δημ. Κωνσταντακόπουλου, με τίτλο «Η αρπαγή της Κύπρου», εκδόσεις Λιβάνη 2004.  
[8]. Το σχέδιο Ανάν στήριξε ο ΟΗΕ (Ανάν: Γ. Γραμματέας του), οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Στην Ελλάδα το σχέδιο καταδίκασαν το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ. Το στήριξε το ΠΑΣΟΚ και κυρίως ο πρόεδρός του Γ. Παπανδρέου. Το στήριξαν μεμονωμένα υψηλόβαθμα στελέχη της Ν.Δ. (Ντ. Μπακογιάννη). Χλιαρή υπήρξε η στήριξη του από τον ΣΥΝ ο οποίος διχάστηκε (η Ανανεωτική πτέρυγα στήριξε το ναι, ενώ το Αριστερό Ρεύμα το όχι). Η νεοεκλεγείσα το 2004, κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή κράτησε ουδέτερη στάση. Μάλιστα δε ο Π. Μολυβιάτης (τότε Υπ. Εξωτερικών) με άρθρο του στην Καθημερινή, υποστήριξε πως “Πάντα υπάρχουν και άλλες ευκαιρίες, στην πολιτική ποτέ δεν μιλάμε για τελευταία ευκαιρία”. Για το σχέδιο Ανάν, επίσης είπαν. Δ. Τσάτσος, 21-3-04: “Μόνον ένας παράφρων θα μπορούσε να συντάξει το σχέδιο Ανάν”, Κ. Σημίτης 10-11-02: “Ιστορική ευκαιρία το σχέδιο Ανάν”.
[9]. Οι Κύπριοι δεν ακολούθησαν τις μεθοδεύσεις της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας (κυβέρνηση Σημίτη - τράπεζα Goldman Sachs: πρόγραμμα “Αριάδνη”-ρύθμιση του χρέους) για την είσοδό τους στην ΟΝΕ.  
[10]. Έγινε γνωστό ότι ο πρόεδρος Τ. Παπαδόπουλος δεν είχε επαφές με την Τουρκία για την ΑΟΖ, όπως επίσης ότι οι Ελληνικές κυβερνήσεις δεν τόλμησαν να ορίσουν ΑΟΖ ούτε καν με την Κύπρο! (σχετικές πληροφορίες βλέπε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ, που αναφέρονται σε πηγές των WikiLeaks).
[11]. Να υπενθυμίσουμε ότι και στο παρελθόν, επί προεδρίας Μακαρίου, όταν αυτός κινούνταν στο χώρο των αδεσμεύτων, αποκαλούνταν ως ο “Κάστρο της Μεσογείου”. Η προπαγάνδα δεν έχει αλλάξει.  
[12]. Η σιωπή, φράγμα σιγής ορθότερα, για τα τρέχοντα γεγονότα στην Κύπρο είναι εντυπωσιακή. Καμία ή ελάχιστες οι αναφορές των ΜΜΕ, τις μέρες μας, για την Κύπρο. Ο Ελληνικός λαός πρέπει να ξεχάσει και κυρίως να μην κάνει συγκρίσεις και συνειρμούς.     
[13]. Με τον όρο πολιτικοί ηγέτες δεν εννοώ αποκλειστικά ένα φυσικό πρόσωπο, αλλά και ομάδα πολιτικών ή και πολιτικούς σχηματισμούς. 
 
                                                Δρ. Θανάσης Μιχελής(Εκπαιδευτικός)
                                                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου