Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Προτάσεις Π.Ο.Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α όπως κατατέθηκαν στην Υπουργό ΥΠΔΒΜΘ για την αναδιάρθρωση των περ/κών υπηρεσιών διοίκησης της εκπ/σης.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ
ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
(ΠΟΣΕΕΠΕΑ)
Βερανζέρου 14, Αθήνα www.poseepea.blogspot.com poseepea@yahoo.gr
Tel: 6974714206

Αθήνα 10/4/2011
Α.Π : 61


Προς: Υπουργό Παιδείας
Κα Διαμαντοπούλου

Θέμα: “Προτάσεις Π.Ο.Σ.Ε.Ε.Π.Ε.Α για την αναδιάρθρωση των περιφερειακών υπηρεσιών διοίκησης της εκπαίδευσης”



Το κείμενο που κατέθεσε το Υπουργείο Παιδείας προς διαβούλευση, αποτελεί πρόταση ριζικής αναδιάρθρωσης της διοικητικής δομής με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
κάθετη αποκέντρωση αρμοδιοτήτων
 ενοποίηση των δομών διοίκησης και καθοδήγησης της Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης (έως το 2015)
 μείωση των στελεχών εκπαίδευσης (κατάργηση όλων των Γραφείων Εκπαίδευσης)
 μεταβίβαση αυξημένων αρμοδιοτήτων στους διευθυντές
 καθιέρωση της αξιολόγησης και
 εισαγωγή νέων θεσμών

Η αποκέντρωση που επιχειρείται είναι προφανής, ωστόσο, υπάρχει ένα πλήθος λεπτομερειών-προβλημάτων που υποχρεωτικά είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει μία τέτοιας εμβέλειας παρέμβαση, ώστε η επιφυλακτικότητα να καθίσταται αυτονόητη
Κεντρικό στοιχείο του νέου οργανογράμματος είναι η ουσιαστική ενοποίηση πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ενώ οι νέοι Καλλικρατικοί δήμοι καλούνται να ανταποκριθούν σε πλήθος παρενεργειών που επιφέρει αυτή η διοικητική αλλαγή, έρχεται να προστεθεί μία δεύτερη, η εκπαιδευτική, που συναρτάται άμεσα με την πρώτη. Είναι εύλογο, λοιπόν, να προκαλούνται άμεσα αισθήματα αμηχανίας, ανησυχίας, σύγχυσης, ιδιαιτέρως όταν η σημερινή πραγματικότητα δεν αντέχει τέτοιου χαρακτήρα και έκτασης τομές, πόσο μάλλον στον ευαίσθητο χώρο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με ιστορικά δεδομένα , η αποκέντρωση σε όσες δημόσιες υπηρεσίες εφαρμόστηκε είχε αρνητικές συνέπειες σε θέματα υπευθυνότητας (λόγω θετικών ή αρνητικών συναισθηματικών δεσμών στην τοπική κοινότητα) και σε θέματα διαφάνειας (η παρεμβολή τοπικών εξουσιών και συμφερόντων θα είναι πιο άμεση και θα επιβάλλεται αβίαστα). Τα περιθώρια συγκάλυψης των οποιονδήποτε λαθών ή κακών πρακτικών θα είναι περισσότερα γιατί στην τοπική κοινωνία δεν θα υπάρχουν άτομα που θα μπορούσαν να τα διαχειριστούν και να χρεωθούν την αποτυχία ή την έλλειψη διορθωτικής δράσης.
Όσον αφορά στην περιγραφή της υπάρχουσας κατάστασης, είναι αντιπροσωπευτική της ελληνικής πραγματικότητας , χωρίς να αναφέρονται όμως οι ακατάλληλες κτιριακές εγκαταστάσεις, οι αργοπορημένες τοποθετήσεις μελών προσωπικού, η υποστελέχωση, η έλλειψη πόρων (υλικών και τεχνολογικών ), η αντίσταση σε οποιαδήποτε αλλαγή (που συνήθως προκαλεί ανασφάλεια και φόβο) , η έλλειψη θετικής ανατροφοδότησης αυτών που προσπαθούν να ανανεώσουν το κατεστημένο.

Υπάρχουν όμως και πολλά ερωτηματικά με τα κενά σημεία που παρουσιάζει, αναφορικά με το μέλλον της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης και την τύχη των συναδέλφων του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, που έχουν κληθεί, με προγενέστερες ρυθμίσεις του Υπουργείου Παιδείας, να καλύψουν με τις υπηρεσίες τους ένα μεγάλο τμήμα του μαθητικού πληθυσμού (10% περίπου) και ένα δύσκολο κομμάτι της εκπαίδευσης, αυτό της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης.

Η ΠΟΣΕΕΠΕΑ συντάσσεται ως προς την περιγραφόμενη γενική φιλοσοφία του νομοσχεδίου. Πρώτα, όμως, θα έπρεπε να γίνει η καταγραφή αναγκών, μετά να προσδιορισθούν οι στόχοι και στο τέλος να σχεδιασθεί η Διοικητική Οργάνωση, η οποία θα υπηρετήσει αυτούς τους στόχους. Ο σχεδιασμός της προτεινόμενης αναδιοργάνωσης ακολούθησε αντίθετη πορεία.

Παρ’ όλα αυτά επικροτούμε:
 το άνοιγμα του σχολείου στην κοινότητα ως πυρήνα κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής,
 την ενιαία αντιμετώπιση της εννεαετούς τουλάχιστον εκπαίδευσης,
 την πρόθεση περιορισμού της πληθώρας των Στελεχών και Υπευθύνων,
 το θεσμό της Ενότητας σχολικών μονάδων (παρ’ όλο που αντιλαμβανόμαστε ότι έρχεται να αντικαταστήσει τα καταργούμενα γραφεία εκπαίδευσης -επίπεδο επαρχίας- και μάλιστα αμισθί), όπως και
 την ενίσχυση των Ενοτήτων Σχολικών Μονάδων με ειδικούς των κλάδων του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού.

Αντίθετα, διαμαρτυρόμαστε:
• για την εκ νέου απουσία αναφοράς στο Ειδικό Εκπαιδευτικό και Βοηθητικό Προσωπικό που υπηρετεί στα Ειδικά Σχολεία Πρωτοβάθμιας-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και στα ΚΕΔΔΥ ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση (π.χ που ανήκει διοικητικά), καθώς:
 στο διάγραμμα λειτουργίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης απουσιάζει το Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΠΥΣΕΕΠ),
 στη σύνθεση του Συλλόγου Διδασκόντων των Σχολείων απουσιάζει το Ειδικό Βοηθητικό Προσωπικό,
 στις επιμορφωτικές δράσεις δεν υπάρχει πρόβλεψη για τη συμμετοχή του Ειδικού Εκπαιδευτικού και Βοηθητικού Προσωπικού,
• για την απουσία των Συμβούλων Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού που προβλέπει ο ν. 3699/08, από το Συντονιστικό Συμβούλιο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού(Σ.Σ.Ε.Σ),
• για την παντελή απουσία αναφοράς στα ΚΕΔΔΥ , γεγονός που υποκρύπτει, κατά την άποψή μας, την κατάλυση της αυτονομίας τους, χωρίς δικό τους προϊστάμενο που να γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του έργου αυτής της υπηρεσίας.
Η διάσπαση των ΚΕΔΔΥ και η υπαγωγή τους στα Γραφεία Εκπαιδευτικής Υποστήριξης των Διευθύνσεων, θα αλλοιώσει την διεπιστημονικότητα του χαρακτήρα τους και την αυτοτέλεια τους που τους επιτρέπει, μέχρι σήμερα, να λειτουργούν έξω από συντεχνιακές και πελατειακές πιέσεις. Είναι άλλη διαδικασία ο επιστημονικός έλεγχος τους από ειδήμονες του χώρου (π.χ. πανεπιστημιακοί, Π.Ι. κ.λπ.) και ο υπηρεσιακός/διοικητικός έλεγχος από ιεραρχικά ανώτερους (π.χ. Περιφέρεια, Διευθύνσεις) και άλλη διαδικασία να ασκείται η διοίκησή τους από στελέχη που δεν θα γνωρίζουν, ούτε θα κατανοούν τη φύση του έργου των ΚΕΔΔΥ.
 Τα ΚΕΔΔΥ λειτούργησαν εντός ενός θεσμικού πλαισίου το οποίο ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του, με αρχή και τέλος, με επιστημονικές διαδικασίες, με κανονισμό λειτουργίας, με πρότυπη λειτουργία που βασίζεται στην αρχή της διεπιστημονικότητας, η οποία δίδει και την αντίστοιχη ποιότητα στα πορίσματά τους.
 Τα ΚΕΔΔΥ, χάρη στην ενδελεχή και επιστημονική διερεύνηση των εκπαιδευτικών αναγκών των σημερινών μαθητών, γνωρίζουν σε βάθος το μέγεθος των προβλημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν, αλλά και το επίπεδο των γνώσεων και δεξιοτήτων τους. Ωστόσο, στα 10 χρόνια λειτουργίας τους, μία μόνο φορά κλήθηκαν οι Προϊστάμενοι τους για να καταθέσουν τους προβληματισμούς τους και τις απόψεις τους. Ενώ, οι ετήσιες αναφορές τους προς το Π.Ι. δεν φαίνεται να αξιοποιήθηκαν για τον οποιοδήποτε στρατηγικό εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
 Η πορεία τους, αν και πέρασε μέσα από συμπληγάδες πέτρες (σοβαρότατα προβλήματα στελέχωσης, υλικοτεχνικής υποδομής, ζητήματα οικονομικής φύσης) έχει καταδείξει τη σημαντική προσφορά τους στο χώρο της εκπαίδευσης, απαντώντας σε χιλιάδες αιτήματα οικογενειών. Θεσμικά είναι ο μόνος ανεξάρτητος φορέας, ο οποίος αναλαμβάνει την ευθύνη των διαπιστώσεων για τους μαθητές και τις οικογένειές τους, υπογράφοντας τις γνωματεύσεις, προτάσεις και εισηγήσεις που εκδίδει.
 Κατηγορούνται ότι δεν κάνουν υποστήριξη μαθητών, οικογενειών και σχολικών μονάδων. Η έλλειψη αυτή δεν είναι αποτέλεσμα αδράνειας του προσωπικού, αλλά του δυσανάλογου του όγκου των αιτημάτων με τον αριθμό των στελεχών. Ταυτόχρονα, είναι αυτονόητο ότι οι ειδικοί των ΚΕΔΔΥ (εκπαιδευτικοί και ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό) δεν μπορούν, ούτε πρέπει να λειτουργήσουν ως εκπαιδευτές των σχολείων (αυτό είναι ο ρόλος άλλων), ούτε μπορούν ως δια μαγείας να απαλλάξουν την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη από τους «δύσκολους» μαθητές. Κάθε στήριξη και αλλαγή χρειάζεται χρόνο και συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων.

Ανησυχούμε για το αόριστο και γενικόλογο του όλου νομοσχεδίου, γιατί:
• δεν προσδιορίζεται από πού θα αντλούνται οι ειδικοί που θα συνεργάζονται με τις Ενότητες Σχολικών Μονάδων και με ποιους όρους εργασίας θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους,
• δεν αναφέρεται πως θα λειτουργήσει η προτεινόμενη αναδιάρθρωση για το Νομό Αττικής, Θεσσαλονίκης (όπου είναι συγκεντρωμένος ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας), καθώς:
 στον Νομό Αττικής υπάρχουν 4 πρώην Νομαρχίες και 7 διευθύνσεις Α/θμιας και 7 Β/θμιας Εκπαίδευσης, με αντίστοιχο αριθμό ΚΕΔΔΥ,
 στο Νομό Θεσσαλονίκης είναι τουλάχιστον 2 διευθύνσεις,
• οι τίτλοι των νέων διοικητικών δομών δημιουργούν σύγχυση π.χ.:
 η Διεύθυνση Στήριξης Εκπαιδευτικού Έργου Περιφερειακής Ενότητας αναφέρεται ως Γραφείο Στήριξης στο Συντονιστικό Συμβούλιο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού Περιφερειακής Ενότητας,
ο τρόπος λειτουργίας, διοίκησης και των ιεραρχικών σχέσεων μεταξύ του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Στήριξης με τα ΚΕΔΔΥ δεν προσδιορίζεται, ούτε καθορίζονται τα προσόντα και η ειδικότητα αυτών των Προϊσταμένων,
• το Συντονιστικό Συμβούλιο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού Περιφερειακής Ενότητας, αποτελείται μόνο από τον προϊστάμενο του Γραφείου Στήριξης και τους Διευθυντές Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να προβλέπονται διαβουλεύσεις με στελέχη της Εκπαίδευσης πρώτης γραμμής και οι οποίοι βιώνουν καθημερινά τα προβλήματα (Σχολικοί Σύμβουλοι, ΚΕΔΔΥ, Μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Δ/ντές Σχολείων κ.λπ.),
• η διευρυμένη συμμετοχή των Συλλόγων Γονέων στις αποφάσεις διοίκησης της σχολικής μονάδας (π.χ. αντιμετώπιση κρίσεων) θα δώσει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην ολοένα και πιο διαδεδομένη πρακτική κάποιων Συλλόγων Γονέων, που απαιτούν την απομάκρυνση μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες από τα σχολεία τους, παιδιά που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη για αποδοχή, κατανόηση και ανοχή,
• το παρατεθέν διάγραμμα διοικητικής οργάνωσης, όχι μόνο δεν περιορίζει την πληθώρα των Στελεχών και Υπευθύνων, με τον, πολλές φορές, αυτόνομο και ασυντόνιστο ρόλο, που δημιουργεί αντιφατικές καταστάσεις και πολύπλοκα σχήματα, αλλά τους διατηρεί.
Αμφιβάλλουμε για το αν είναι έτοιμοι οι διευθυντές να αναλάβουν διευρυμένα διοικητικά καθήκοντα και οι υποδιευθυντές με το υπόλοιπο προσωπικό να δεχτούν την νέα μορφή ελέγχου και άσκησης εξουσίας. Με δεδομένο ότι όλοι συμφωνούμε ότι η διοίκηση είναι επιστημονική κατεύθυνση που διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο και μόνο όσοι έχουν ειδικευτεί μπορούν να ασκήσουν διοικητικό ρόλο , δηλ. να οργανώσουν, να καθοδηγήσουν σωστά, να αξιολογήσουν και να αναβαθμίσουν την σχολική κοινότητα, παράγοντας μία νέα λειτουργική δομή στα πλαίσια αυτού του “οράματος για την παιδεία” που στόχο έχει τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση.
Τέλος, ανησυχούμε γιατί το τελικό ζητούμενο, για ακόμη μια φορά, απουσιάζει, καθώς:
• δεν απαντάται το:
 πως θα μάθουν τα παιδιά γράμματα χάρη στο δημόσιο σχολείο,
 πως το σχολείο θα είναι ένα σχολείο για όλους,
 πως το σχολείο δεν θα εξετάζει και θα βαθμολογεί τις γνώσεις των μαθητών, αλλά θα ελέγχει το πώς διδάσκονται οι μαθητές και τι υπηρεσίες γνωστικής, συναισθηματικής και προσωπικής καλλιέργειας τους προσφέρει, και
 πως θα γίνει ένας χώρος κοινωνικής ανεκτικότητας και ένταξης των διαφορετικών και των μειονεκτούντων.
• δεν φέρνει τίποτα καινούργιο στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος (βιβλία, αναλυτικό πρόγραμμα, πλαισίωση των μαθητών και με άλλους ειδικούς πλην των ψυχολόγων και των κοινωνικών λειτουργών – π.χ. λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές),
• δεν γίνεται καμία αναφορά στους μαθητές με αναπηρίες που φοιτούν στα γενικά σχολεία, ούτε αναφέρεται στην πλαισίωσή τους (για όλη την Ελλάδα: κανένας Ειδικός στην εκπαίδευση σε θέματα καθημερινής διαβίωσης και δεξιοτήτων, ένας ειδικός για θέματα τυφλότητας για τη στήριξη των τυφλών μαθητών στη Γενική Εκπαίδευση, ένας Ειδικός στη Νοηματική για τη στήριξη των μαθητών με κώφωση στα γενικά σχολεία, ελάχιστοι ειδικοί για τους μαθητές με κινητικές αναπηρίες).
• δεν είναι σαφές με ποιο τρόπο θα διασφαλιστεί η συνέχεια, η διάρκεια , η σταθερότητα και η ευελιξία προσαρμογής αυτού του συστήματος. Θα παραμένουν σταθερά τα πρόσωπα που θα διασφαλίσουν αυτή την σταθερότητα και τη διάρκεια; Και τα πρόσωπα που θα επιλεγούν θα έχουν διοικητικές δεξιότητες ώστε να προγραμματίζουν , να οργανώνουν , να ελέγχουν και να καθοδηγούν το προσωπικό, που εφόσον θα είναι μόνιμο , θα φροντίζει για την αναβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχονται στην τοπική κοινωνία διαμορφώνοντας μία νέα επαγγελματική και συναδελφική ταυτότητα;


Σε σχέση με τα ανωτέρω, ζητάμε :

1. να συμπεριληφθεί το Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού( ΠΥΣΕΕΠ) στο διάγραμμα της οργάνωσης της Περιφερειακής Διεύθυνσης,
2. να προβλεφθεί στην Δ/νση Στήριξης Εκπ/κού Έργου και ο συντονισμός των Συμβούλων Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού(Ε.Ε.Π).
3. να διατηρηθεί η αυτοτέλεια των ΚΕΔΔΥ, με δικό τους προϊστάμενο και να προβλεφθεί η ισότιμη συμμετοχή του ως μέλος του Συντονιστικού Συμβουλίου Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού Περιφερειακής Ενότητας,
4. να συμμετέχει στο Συντονιστικό Συμβούλιο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού Περιφερειακής Ενότητας, Σύμβουλος ή μέλος του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού(Ε.Ε.Π) , ώστε να κατοχυρωθεί η διεπιστημονικότητα του οργάνου αυτού,
5. να συμμετέχει μέλος του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού(Ε.Ε.Π), στην Υπηρεσία Ειδικής Αγωγής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης, με τον προηγούμενο στόχο,
6. να συμπεριληφθεί το Ειδικό Βοηθητικό Προσωπικό(Ε.Β.Π), στο Σύλλογο Διδασκόντων των Ειδικών Σχολείων,
7. να θεσμοθετηθεί, στη Δνση Στήριξης Εκπαιδευτικού Έργου, αυτοτελές τμήμα « Κοινωνικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης», στο οποίο και θα ανήκουν οι ειδικοί, μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, που θα συνδράμουν το έργο των Ενοτήτων Σχολικών Μονάδων.
8. επίσης, δεν πρέπει να περιορίζονται σε δύο ειδικότητες (ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί), αλλά είναι απολύτως απαραίτητοι παιδοψυχίατροι, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, σχολικοί νοσηλευτές, φυσικοθεραπευτές, ειδικοί της τύφλωσης και κώφωσης για να στηρίζουν τους μαθητές με αναπηρίες και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες κ.λπ.
9. το Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό(Ε.Ε.Π) να συμμετέχει ισότιμα στην επιμόρφωση.
10. να εξομοιωθεί πλήρως το Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό(Ε.Ε.Π), με το υπόλοιπο εκπαιδευτικό προσωπικό σε επίπεδο υπηρεσιακής κατάστασης, αρμοδιοτήτων και εξέλιξης.
11. να προβλεφθεί η πλήρης σύνδεση της Γενικής με την Ειδική Εκπαίδευση (μετά την γενική διαπίστωση ότι η ειδική αγωγή βρίσκεται πλέον μέσα στην Γενική εκπαίδευση), για καλύτερη αξιοποίηση του Εκπαιδευτικού και Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού
12. να γίνει επαναπροσδιορισμός των τύπων Ειδικών Εκπαιδευτικών Μονάδων και σαφής προσδιορισμός των εκπαιδευτικών τους στόχων, ώστε να αναβαθμιστεί η παρεχόμενη εκπαίδευση και να προβλεφθούν νέα πλαίσια Ειδικής Αγωγής.
13. στην αξιολόγηση του έργου των ειδικοτήτων του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού(Ε.Ε.Π) και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού(Ε.Β.Π), στις ΣΜΕΑΕ, να συμμετέχει ο Σύμβουλος Επιστημονικής Καθοδήγησης του Ε.Ε.Π και
14. στην αξιολόγηση προτείνεται το μοντέλο: 50% αυτοαξιολόγηση, 30% αξιολόγηση από συναδέλφους, 20% αξιολόγηση από Διευθυντή ΣΜΕΑΕ και Σύμβουλο Ε.Ε.Π

Τέλος, θεωρούμε ότι η κακοδαιμονία του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος, όπως εξ άλλου και όλης της Δημόσιας Διοίκησης, δεν οφείλεται στο παρόν οργανωτικό πλαίσιο, αλλά:

 στην έλλειψη σαφούς οράματος,
 στην έλλειψη συνέχειας στη διοίκηση, αφού οι νευραλγικές θέσεις του κάθε Υπουργείου ή φορέα, καλύπτονται με τοποθετήσεις και όχι μέσα από την αξιοκρατική ανέλιξη των κρατικών λειτουργών,
 στην έλλειψη στόχων και κατάλληλης επιστημονικής έρευνας και καταγραφής των αναγκών και των προβλημάτων,
 στην αντιμετώπιση των θέσεων ευθύνης ως μέσο ανέλιξης και όχι ως εργαλείο υπηρέτησης του γενικού καλού,
 στο γεγονός ότι οι αποφάσεις παίρνονται βάσει των προσωπικών εντυπώσεων/πεποιθήσεων των εκάστοτε ιθυνόντων, συμβούλων, κομματικών παραγόντων και όχι βάσει επιστημονικής έρευνας και στοχοθεσίας,
 στην παράκαμψη των υπηρεσιακών στελεχών από εξωϋπηρεσιακούς παράγοντες ή στην επιστημονική-οργανωτική ανεπάρκεια τους,
 στην κατάργηση των πειθαρχικών μέτρων και του ελέγχου τόσο της χρηστής διοίκησης, όσο και της άσκησης των καθηκόντων του οποιουδήποτε υπαλλήλου.

Μετά τιμής

Για Το Δ.Σ



Ο Πρόεδρος Η Γ. Γραμματέας





Βούγιας Βασίλης Κατσούλη Παναγιώτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου